Αναρτήθηκε από: fragkoulis | Σεπτεμβρίου 17, 2016

Αφιέρωμα στο Μάνο Κατράκη – Από το Γιάννη Νομικό

%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82Μην υπογράψεις, κερατά… μην υπογράψεις…

…….νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα,

με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,

όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο.

Κι ότι είμαστε σιμά στα μέρη όπου δεν έχει

Καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς,

Μήτε φτωχούς και πλούσιους το καταλαβαίναμε.

Γιατί κι ο βρόντος πέρα απ’ τα βουνά, κάτι σαν

Καταιγίδα, δυνάμωνε ολοένα.

Ύστερα και γιατί ολοένα και πιο συχνά απαντούσαμε

Από το άλλο μέρος να ‘ρχονται οι αριές οι συνοδείες

Με τους αρρώστους, με τους επίδεσμους και τα δεκανίκια……

Τέλος φανήκανε μακριά οι καπνοί κι οι πρώτες

στον ορίζοντα κόκκινες λαμπερές φωτοβολίδες !

Από το Άξιον Εστί

Του Οδυσσέα Ελύτη

Μουσική Μίκης Θεοδωράκης

( Μέσα από τους στίχους αυτούς γίνεται για πάντα κτήμα του ελληνικού λαού, η υπέροχη φωνή του Μάνου Κατράκη ).

Γεννημένος στις 14 Αυγούστου του 1909 στο Καστέλι Κισσάμου του νομού Χανίων, μετακομίζει το 1917 στην Αθήνα. Πρώτη του κατοικία στο Μεταξουργείο.

Ανήσυχος χαρακτήρας βρίσκει λαμπρό πεδίο έκφρασης στο ποδόσφαιρο. Αθλητής, λεβέντης, γοητευτικός, επιλέγεται σχεδόν αβίαστα από τον σκηνοθέτη Κώστα Λελούδα προκειμένου να πρωταγωνιστήσει στην ταινία του «Το λάβαρο του ΄21» (1928-1929).

Το ελληνικό ποδόσφαιρο χάνει ένα ταλέντο, το ελληνικό θέατρο κερδίζει όμως ένα μεγάλο ηθοποιό.

Το θέατρο γίνεται επιλογή ζωής που δεν αμφισβητείται ούτε μια στιγμή στη πολυτάραχη πορεία του.

  1. Επιλέγεται από τον Φώτο Πολίτη για το νεοσύστατο θίασο του «Εθνικού Θεάτρου».

Η δεκαετία του ’30 σημαδεύεται από την εμφάνιση της ομώνυμης γενιάς, με εξέχουσες προσωπικότητες τους μεγάλους ποιητές, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Εγγονόπουλο, κ.ά.

Μια γόνιμη πνευματική κίνηση που δεν κατορθώνει να καταπνίξει ούτε η δικτατορία του Μεταξά.

Ο Κατράκης ωριμάζει γρήγορα καλλιτεχνικά, πνευματικά και ιδεολογικά.

Στο Εθνικό Θέατρο παίζει πλάι στους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής, όπως οι Βεάκης, Μινωτής, Παξινού, Παπαδάκη, Μανωλίδου, Γληνός και συνδέεται φιλικά με πολλούς απ’ αυτούς.  Συνδέεται ακόμη φιλικά με τον διάσημο ήδη μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο.

Η ζωή του κυλά ήρεμα μέχρι το 1940. οπότε και σαρώνεται όπως και όλος ο κόσμος από το καταστροφικό κύμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 27 Οκτώβρη 1940 παίζει τον Γενάρο στον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ, ενώ η επομένη τον βρίσκει στο δρόμο για το μέτωπο.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου, που έφερε η εισβολή των ναζιστικών γερμανικών στρατευμάτων τον Απρίλη του 1941, επιστρέφει στο σπίτι του.

Η περίοδος της κατοχής είναι δύσκολη για τον Κατράκη, όπως για ολόκληρο τον ελληνικό λαό.

Δεν χάνει όμως ούτε στιγμή την επαφή με την τέχνη του. Από το φθινόπωρο μάλιστα του 1943 μέχρι το Γενάρη του 1945 τον βρίσκουμε στο Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης και στο βραχύβιο Λαϊκό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας.

Στα χρόνια της κατοχής εντάσσεται στην αγωνιστική πανστρατιά της εθνικής αντίστασης, ενάντια στους φασίστες κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Γίνεται μέλος του Ε.Α.Μ. Δικός του χώρος δράσης δε γίνεται το πεδίο των ένοπλων συγκρούσεων, αλλά αυτό της καθημερινής κοινωνικής πάλης, με όπλο την τέχνη και την προσωπική του παρουσία.

Απελευθέρωση της Ελλάδας. Δεκεμβριανά. Εμφύλιος πόλεμος.

Η εκδήλωση των ιδεολογικών και πολιτικών του επιλογών, τον θέτει στο στόχαστρο της «κοινωνικής τάξης» που μονοπωλεί την τυπικά νόμιμη εξουσία της χώρας.

  1. Συλλαμβάνεται και ταυτόχρονα απολύεται από το Βασιλικό Θέατρο ( όπου μόλις είχε προσληφθεί ), αφού αρνείται να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Σύμμαχος στην επιλογή του η μάνα του, η κυρά Ειρήνη.

Όπως ο ίδιος διηγείται, διαδραματίστηκε μεταξύ τους ο εξής διάλογος:

-Τι είναι, Μανόλη;

-Θες να ΄ρθω στο σπίτι, μάνα; Θέλεις; Θέλεις;

-Πώς θα ΄ρθεις;

E… θα υπογράψω και θα ΄ρθω…

-Ίντα θα υπογράψεις;

-Δήλωση.

-Ίντα είναι η δήλωση;

-Ότι δεν είμαι αυτό που είμαι…

-Και δεν είσαι;

-Είμαι.

Μην υπογράψεις, κερατά… μην υπογράψεις…

Η αντρίκια στάση του τον οδηγεί στην εξορία.  Πρώτος σταθμός η Ικαρία. Δεύτερος  στα 1949 η Μακρόνησος.  Η σταθερότητα των πεποιθήσεων του δεν κλονίζεται παρά τα βασανιστήρια. Εκτός από τις αμέτρητες πληγές κερδίζει και κάποιους φίλους. Ξεχωριστή θέση ανάμεσα τους κατέχει ο Γιάννης Ρίτσος. Μένουν αχώριστοι σ’ όλη τους τη ζωή.

Καλοκαίρι του 1950 μεταφέρεται στον Αϊ Στράτη. Κάποια μικρά ψήγματα ελευθερίας και το αξιόλογο δυναμικό που είναι εγκλωβισμένο εκεί κάνει θαύματα. Γιορτές με χορούς, λογοτεχνικές βραδιές, μουσικές εκδηλώσεις και βέβαια θεατρικές παραστάσεις. Πρωταγωνιστούν ο Τζαβαλάς Καρούσος και ο Μάνος Κατράκης. Ξεχωρίζουν ιδιαίτερα οι Πέρσες του Αισχύλου με τον Μάνο Κατράκη στο ρόλο του Εξάγγελου. Ο ίδιος ο Κατράκης σκηνοθετεί το ανέβασμα της Βαβυλωνίας του Δημήτρη Βυζάντιου με συνδετικά κείμενα του Γιάννη Ρίτσου.

Φλεβάρη του 1952, του δίνεται επιτέλους η άδεια να επιστρέψει στην Αθήνα και στην ενεργό καλλιτεχνική δράση. Εντάσσεται στο Κ.Κ.Ε. και μένει πιστός σ’ αυτό σ’ όλη του τη ζωή.. Αντιμετωπίζει με περιπαικτικό θυμό απόψεις που προσπαθούν να τον αποκόψουν από την κομματική του ένταξη, απαντώντας: «Κολοκύθια στον πάτερο. Διάλεξα και είμαι κομμουνιστής». Αγωνίζεται για την ειρήνη και είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη.

Επαγγελματικά ερμηνεύει ρόλους σε ραδιοφωνικές αποδόσεις θεατρικών έργων, οργανώνει τις περίφημες ποιητικές βραδιές και σιγά – σιγά παίρνει ρόλους στο θέατρο. Ο φόβος, η καχυποψία, η σκιά του αστυφύλακα και του χαφιέ αναγκάζει τη θεατρική οικογένεια να μην τον αποδεχτεί ολόθερμα, όμως από κείνα τα χρόνια ξεκινά ο θρύλος γύρω από το κουράγιο και την αντοχή του.

Τα χρόνια της καλλιτεχνικής ωριμότητας του Μάνου αφιερώνονται στο Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο, το οποίο δημιούργησε ο ίδιος και μέσω του οποίου γνωρίζει την καθολική αναγνώριση, από εχθρούς και φίλους.

Έτσι το 1957 στη Μυτιλήνη εντοπίζει ανάμεσα στο κοινό το Διοικητή της φρουράς της χωροφυλακής της Μακρονήσου, το συμπατριώτη του συνταγματάρχη Σηφάκη, ο οποίος είχε καταφέρει να διατηρήσει την ανθρωπιά του απέναντι στους δοκιμαζόμενους αγωνιστές.

Είναι παραμονή πρωτοχρονιάς και ο Μάνος τον καλεί να κόψει την πίτα του θιάσου. Ο έντιμος αξιωματικός δέχεται, με ολοφάνερη συγκίνηση και έκδηλη μετάνοια για την, έστω απρόθυμη, συμμετοχή του στα εγκλήματα της Μακρονήσου.

Δικτατορία του 1967. Ο Κατράκης είναι καθιερωμένος καλλιτέχνης στη συνείδηση ολόκληρου του ελληνικού λαού. Έτσι παρόλο που είναι στιγματισμένος αριστερός δεν οδηγείται ούτε στη φυλακή, ούτε στην εξορία. Του στερούν όμως το ανοιχτό θέατρο που είχε δημιουργήσει ο ίδιος στο Πεδίο του Άρεως. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει το θέατρο δεν του επιστρέφεται ούτε τότε, αλλά ούτε και μετά τη μεταπολίτευση.

Τότε επέρχεται και ο πρώτος σοβαρός κλονισμός της υγείας του. Η περίοδος αυτή σημαδεύεται από δύο αντιφατικές τάσεις. Από τη μία το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και ο δημιουργός του αντιμετωπίζουν μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες, χωρίς να κατορθώσουν ποτέ να πάρουν κάποια επιχορήγηση από την πολιτεία, που σε άλλους πολύ κατώτερης αξίας παραχωρείται απλόχερα, ενώ από την άλλη ως καλλιτέχνης και αγωνιστής, γνωρίζει την καθολική αποδοχή του ελληνικού λαού και τιμάται για τη δράση του και την προσφορά του από ποικίλους μαζικούς φορείς.

Τέλη της δεκαετίας του ΄70, παρά τη σοβαρότατη βλάβη που έχει στους πνεύμονες του συνεχίζει να παίζει στο θέατρο, παίζει σε ταινίες και συμμετέχει πάντα στους λαϊκούς αγώνες.

Ανεβάζει την τελευταία του θεατρική παράσταση τη χειμερινή σεζόν 1983-84. Οι δυνάμεις του τον κρατούν στη σκηνή μόνο για δύο μήνες. Το καλοκαίρι του 1984, παρά τις αντίθετες υποδείξεις των γιατρών και ενώ  ήδη πάσχει και από καρκίνο, ταξιδεύει στη Μονεμβασιά για να παραβρεθεί σε εκδήλωση προς τιμήν του αγαπημένου του φίλου Γιάννη Ρίτσου. Οι εκκλήσεις του ίδιου του ποιητή δεν στέκονται ικανές να τον αποτρέψουν να ζωντανέψει με τη μοναδική του φωνή τον ποιητικό λόγο.

Η τελευταία του εμφάνιση μπροστά σε κοινό γίνεται στο Ηρώδειο, στη συναυλία του Θεόδωρου Αντωνίου όπου απαγγέλλει μέρη του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου.

Προαισθανόμενος το τέλος απαγγέλλει και τραγουδά στίχους από τη μονομαχία του Διγενή με τον Χάροντα. Λίγο μετά πέφτει σε κώμα, συνέρχεται μόνο για να ψιθυρίσει το όνομα της αγαπημένης του Λίντας Άλμα, που φυλάει στοργικά το προσκεφάλι του.

Στις 2 Σεπτέμβρη 1984, στη μία και μισή το μεσημέρι, περνάει το σύνορο της ζωής. Γίνεται και κείνος ένα πλάσμα του μύθου, στη σύναξη του Πατούχα με τον Δον Κιχώτη, τον Προμηθέα, τον Οιδίποδα.

Η είδηση του θανάτου του συγκλονίζει την ελληνική κοινωνία. Κοντά του βρίσκονται όλοι οι φίλοι και σύντροφοι του. Τη μεγαλύτερη τιμή όμως στον καλλιτέχνη που φεύγει, κάνει ο ίδιος ο ελληνικός λαός που κατακλύζει το παρεκκλήσι της Μητρόπολης για να προσκυνήσει τη σορό του και να τον συνοδέψει στο τελευταίο ταξίδι του.

Από μία ειρωνεία της τύχης ακριβώς ένα χρόνο πιο μπροστά στις 2-9-1983, στην Ιθάκη όπου βρίσκεται για το ομώνυμο θεατρικό φεστιβάλ, παίρνει την είδηση του θανάτου της σπουδαίας ηθοποιού, φίλης και συνεργάτιδας του Έλλης Λαμπέτη. Προκειμένου να προλάβει να της δώσει τον τελευταίο ασπασμό, διασχίζει με ταχύπλοο το φουρτουνιασμένο Ιόνιο πέλαγος ενώ ισχύει απαγόρευση ναυσιπλοϊας. Στη συνέχεια κάνει ωτοστόπ σε μία βέσπα και καταφέρνει να φθάσει έγκαιρα στην Αθήνα για την κηδεία της.

Πολλές και ποικίλες οι τιμητικές διακρίσεις που έλαβε στη διάρκεια της ζωής του, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Να μνημονεύσουμε την τιμητική διάκριση του Δήμου Θεσσαλονίκης επί δημαρχίας Θανάση Γιαννούση και τον χρυσό σταυρό του Γεωργίου του Α’ στα 1965, τον οποίο θέλησε να επιστρέψει διαμαρτυρόμενος για το βασιλικό διάγγελμα που στρεφόταν ενάντια στην Αριστερά, συντηρώντας το εμφυλιοπολεμικό μίσος. Ενώ το 1962 παίρνει το α’ βραβείο του διεθνούς φεστιβάλ Σαν Φραντσίσκο, για το ρόλο του Κρέοντα στην Αντιγόνη του Γιώργου Τζαβέλλα, ανταγωνιζόμενος μάλιστα διάσημους ηθοποιούς όπως οι Λώρενς Ολιβιέ και Μπαρτ Λάνκαστερ.

Είναι αδύνατο στο σημείωμα αυτό να γράψουμε έναν προς έναν τους ρόλους που υποδύθηκε.

Έπαιξε σε πάνω από 100 κινηματογραφικές ταινίες. Σε κάποιες απ’ αυτές μόνο για οικονομικούς λόγους. Κάποιες άλλες είναι πραγματικά αριστουργήματα.  Η πρώτη του όπως είπαμε ήταν στα 1928-29, «Το λάβαρο του ’21». Τελευταίες στα 1984 το «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που τιμήθηκε με πέντε κρατικά βραβεία, ανάμεσα σ’ αυτά και του α’ ανδρικού ρόλου (Μάνος Κατράκης) και τα «Χρόνια της Θύελλας», του Νίκου Τζήμα.     

Εκατοντάδες ήταν και οι θεατρικοί του ρόλοι. Ο πρώτος ρόλος του στο θεατρικό έργο: «Τα αγαπημένα ανδρόγυνα». Κυριακή 30 Ιουνίου 1929, στο θέατρο Παγκρατίου, με τον θίασο «Οι Νέοι». Τελευταίοι το «Ταμπού», του Νικόλα Μαντσάρι. Χειμερινή περίοδος 1983-84. Θίασος Ε.Λ.Θ.  στο θέατρο Μπρόντγουαιη και με την κρατική ορχήστρα Αθηνών στο Φεστιβάλ Αθηνών 2 Ιουλίου 1984. Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, ως αφηγητής. Στα έργα «Προμηθέας» του Θ. Αντωνίου και «Η ζωή ενός ήρωα» του R. Strauss.

Ερμήνευσε ρόλους τόσο από το διεθνές όσο και από το εγχώριο ρεπερτόριο. Ρόλους κλασσικούς και σύγχρονους. 

Αρκετές φορές ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα σε όλα τα θεατρικά έργα στα οποία πρωταγωνίστησε, να αναφέρουμε δύο που τα  παρουσίασε και στη Θεσσαλονίκη, τα οποία είχαμε την τιμή να παρακολουθήσουμε και στα οποία ήταν συγκλονιστικός.

Το «Μία Φθινοπωρινή Ιστορία», του Αλεξέι Αρμπούζωφ με την Έλλη Λαμπέτη και το «Ντα». Του Χιου Λέοναρντ.

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο μνημόσυνο των 2 χρόνων από το θάνατό του γράφει.

Η ωχρή μορφή του Μάνου Κατράκη χαραγμένη με επιμονή και κόπο πάνω στο μέταλλο της νεοελληνικής πραγματικότητας, εξακολουθεί να αντιστέκεται στις αλλοιώσεις του χρόνου και να ακτινοβολεί όλο ήθος. Δεν έχω ακούσει ποτέ πιο ωραία ελληνικά. Οι λέξεις βγαίνουν από τα χείλη του λαμπερές και στρογγυλές, μ’ ένα περίγραμμα φωτεινό, όπως τα βότσαλα κάποιου παρθένου γιαλιού. Σαν ποιητής θέλω για τη μεγάλη προσφορά που έκανε ο έξοχος αυτός καλλιτέχνης σ’ όλο το μάκρος της ζωής του προς το ζωντανό νεοελληνικό λόγο, να του πω ένα μεγάλο ευχαριστώ.

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: