Αναρτήθηκε από: fragkoulis | Ιανουαρίου 10, 2010

Ταξίδι στη χώρα ΘΑΠΛΗΡΩΣΕΙΣ

Καταδύθηκα με πάθος στην αγκαλιά της γαλάζιας αγαπημένης μου. Ο ουρανός από πάνω μου γινόταν ένα με το γαλάζιο νερό. Το κυματάκι που έπαιζε στην επιφάνειά της φλερτάριζε με τις ακτίνες του ήλιου κι εγώ συνέχιζα να καταδύομαι και να γεμίζω με ευτυχία όσο κατέβαινα. Έφτασα στο γνώριμο βυθό και τότε διαπίστωσα ότι το παραδεισένιο περιβάλλον που πάντα με συνάρπαζε, ξαφνικά άλλαξε. Μίκρυνε ο κόσμος, σκοτείνιασε. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και βρέθηκα σε ένα τούνελ σκοτεινό και σιωπηλό. Ήμουν μόνος. Κανείς άλλος δίπλα μου, παραπέρα, πουθενά.

Ξαφνικά το σκοτεινό τούνελ με οδήγησε σε μια πύλη. «Να πνίγηκα και να μην το κατάλαβα;»  Όπως και να είχε οι αισθήσεις μου ήταν ενεργές. Έβλεπα, άκουγα. Διάβασα πάνω από την τεράστια πύλη μια επιγραφή «Καλώς ήλθατε στη χώρα ΘΑΠΛΗΡΩΣΕΙΣ».

« Μα τι στο λύκο έγινε; Πώς από το βυθό βρέθηκα στην πύλη εισόδου μιας χώρας; Και τι παράξενο όνομα για χώρα; … ΘΑΠΛΗΡΩΣΕΙΣ!!  Άλλη επιλογή δεν είχα, έπρεπε να μπω στην παράξενη αυτή χώρα. Μια ομάδα ανθρώπων που μιλούσαν στη γλώσσα μου και φορούσαν κοστούμια καλοραμμένα και ακριβά με υποδέχτηκαν με έναν ενθουσιασμό που δε μου άρεσε καθόλου. Το χαμόγελό τους πλατύ και το πρόσωπό τους πρόσχαρο. Ένα καρτελάκι πάνω στο κοστούμι υπέθεσα ότι έγραφε το όνομά τους. Πλησίασα κι άλλο για να σιγουρευτώ. Όχι δεν έγραφε το όνομά τους, ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ  ΘΑΠΛΗΡΩΣΕΙΣ έγγραφε σε όλους. «Ωραίοι άνθρωποι, σκέφτηκα, γελαστοί, πρόσχαροι. Μοιάζουν με αυτούς της χώρας μου.»

Τους εξήγησα τον τρόπο που έφθασα στη χώρα τους και τους παρακάλεσα να με συγχωρήσουν, γιατί δεν είχα μαζί μου ούτε διαβατήριο ούτε ταυτότητα.  « Στη χώρα ΘΑΠΛΗΡΩΣΕΙΣ δε χρειάζεται διαβατήριο και ταυτότητα. Χρειάζεται μόνο να πληρώνεις.»  Τι να έκανα; Πλήρωσα!

Προχώρησα. Η εικόνα της χώρας δε μου άρεσε και πολύ. Θέλεις η διαίσθηση, θέλεις η λογική μού έλεγε «φύγε». Αντίκρισα μια πινακίδα που έγραφε: «Τέλη πάσης φύσεως». Ουρά οι άνθρωποι περίμεναν να πληρώσουν. Να πληρώσουν τι; Πλησίασα έναν ταλαίπωρο και τον ρώτησα τι ήταν τα «Τέλη πάσης φύσεως». Κατάλαβα!! Σε τούτη τη χώρα πλήρωναν για όλα και για τίποτα. Πλήρωναν, γιατί ήταν ακόμη ζωντανοί, πλήρωναν, γιατί σκέφτονταν… Κανένας δεν ήξερε όμως τι πληρώνει και γιατί το πληρώνει. Τόλμησα να ρωτήσω :«Κι αν κάποιος δεν έχει χρήματα, τι θα κάνει;»  Η απάντηση μου ήρθε απ΄ όλους χωρίς αιτιολόγηση και εν χορώ: «Θα πληρώσεις»

Κοίταξα τον ουρανό να διαμαρτυρηθώ ή να επικαλεστώ το Θεό για το άδικο τούτης της χώρας και αντί για ουρανό είδα καλώδια πολλά, καλώδια στραπατσαρισμένα, καλώδια ακατάστατα, πιο πολλά κι από τα πουλιά. Κατέληγαν σε στύλους χοντρούς, λεπτούς ψηλούς, κοντούς, ποτισμένους με χημικά που βρόμαγαν πίσσα και θειάφι. Στύλους τηλεφωνίας και ηλεκτρισμού που φύτρωναν μπροστά και μέσα σε αυλές σπιτιών, μέσα σε ξένες περιουσίες, αυθαίρετα. Είδα κάποιους ανθρώπους πάνω σ΄ αυτούς κάτι να φτιάχνουν αδιάφορα. Πριν προλάβω να ρωτήσω κάτι, αυτοί μου φώναξαν «Θα πληρώσεις».

Είδα σκουπιδοτενεκέδες γεμάτους, είδα ακόμα και έξω από αυτούς σκουπίδια. Κανείς δεν φαινόταν να έχει τη διάθεση να τα μαζέψει. Είχαν μέρες να αδειάσουν και βρόμαγαν απαίσια. Πάνω τους έγραφαν «Θα πληρώσεις».

Είδα δρόμους-φονιάδες, σκαμμένους, με λακκούβες, με σαμαράκια, με τρύπες, με ραφές και η οδική σήμανση που υπήρχε έγραφε:  «Θα πληρώσεις».

Είδα ψευτοπαλικαράδες   να φθείρουν δημόσια περιουσία, να απειλούν νόμιμους πολίτες και να μην τους αγγίζει κανείς κι αντί για «καλημέρα», μου φώναζαν  «Θα πληρώσεις».

Είδα δημόσιες υπηρεσίες που κάτω από τον τίτλο τους έγραφαν  «Θα πληρώσεις».

Είδα δημόσια έργα-τούνελ αφώτιστα , γήπεδα με ελαττωματικές κερκίδες, δρόμους με αρνητικές κλίσεις στις στροφές τους, υδραγωγεία με διαρροές, βιολογικούς καθαρισμούς που βρόμαγαν χιλιόμετρα μακριά, φράγματα που δεν έπιασαν ποτέ τους νερό, λιμάνια με ύφαλους και χωρίς αίθουσες αναμονής- πεζοδρόμια κατειλημμένα με καρέκλες, αυτοκίνητα, καφάσια και σ΄ όλα αυτά η ταμπέλα μόνιμη και απειλητική απευθυνόταν σε μένα και στους πολίτες αυτής της χώρας:  «Θα πληρώσεις».

Αγχώθηκα!! Φοβήθηκα!! Βρέθηκα χωρίς χρήματα στην άχαρη και άδικη τούτη χώρα. Χωρίς γνωστούς, χωρίς κανέναν να μου εξηγεί την πινακίδα που είχε μπει πια μέσα στα τρίσβαθα της ψυχής μου και του μυαλού μου. «Άραγε τον αέρα που αναπνέω θα τον πληρώσω κι αυτόν;» αναρωτήθηκα. Η απάντηση τώρα ήρθε από το πουθενά: «Θα πληρώσεις». Σήκωσα τα χέρια ψηλά και φώναξα: «Βοήθεια!! Πού βρίσκομαι; Μόνο το χρήμα μετράει σε τούτον τον καταραμένο τόπο; Όλα αγοράζονται κι όλα πουλιούνται;»

Γέλια και ειρωνείες εισέπραξα από παντού. «Από πού ήρθε τούτος;» έλεγαν.  «Τι έπαθες δύσμοιρε; Γιατί φωνάζεις; Στη χώρα ΘΑΠΛΗΡΩΣΕΙΣ βρίσκεσαι. Τι άλλο να κάνεις; Θα πληρώσεις».

Έτρεξα προς το τούνελ απ΄ όπου μπήκα στη χώρα ΘΑΠΛΗΡΩΣΕΙΣ. Στην τεράστια πύλη με περίμεναν τα ίδια πρόσωπα που με υποδέχτηκαν μπαίνοντας. Τώρα πια όμως δε γελούσαν. Είχαν πρόσωπα παγερά και κοφτερά σαν μέταλλο και μου φώναζαν όλοι: «Θα πληρώσεις», «Θα πληρώσεις», «Θα πληρώσεις»…

Έτρεχα στο τούνελ να σωθώ και πίσω μου οι καταραμένοι φωνάζοντας πάντα την ίδια φράση. Παρόλα αυτά τα πόδια μου λες και ήταν κολλημένα. Ξαφνικά ξέφυγα, βρήκα τον εαυτό μου στη γαλάζια μου αγαπημένη, ευτυχώς να αναδύομαι προς το φως, προς τον ήλιο της Ελλάδας.

Ξύπνησα από τον ταραγμένο μου εφιάλτη! Δεν ήμουν όμως χαρούμενος που το όνειρο τελείωσε. Ένα ερώτημα μένει από τότε καρφωμένο μέσα στο μυαλό μου:  «Βρε πού την έχω ξαναζήσει αυτήν τη χώρα;»…«Βρε πού με έχει ξαναπληγώσει αυτή η χώρα εκτός απ΄ το όνειρό μου;»…

Φραγκούλης  Π. Κυλαδίτης

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: